ΑΡΘΡΑ

Επιστροφή στη βιομηχανία

Άρθρο της κας Άννυς Ποδηματά(*),  στην “Εφημερίδα των Συντακτών” της 4ης Απριλίου 2019


Η διαμόρφωση μιας ευρωπαϊκής πολιτικής για τη βιομηχανία είχε εξέχουσα θέση στην ατζέντα του Ευρωπαϊκού Συμβουλίου στις 21-22 Μαρτίου, αλλά και στη Σύνοδο Κορυφής του Μαΐου, όπου θα συζητηθούν οι μεταρρυθμίσεις στην ευρωζώνη και την Ευρωπαϊκή Ένωση.
Την τελευταία πενταετία, γίνεται ολοένα και πιο εμφανές ότι η Ε.Ε. έχει αναγάγει σε προτεραιότητα την ενδυνάμωση της ευρωπαϊκής μεταποιητικής βιομηχανίας, αναγνωρίζοντας τον πρωταγωνιστικό ρόλο της στην ανταγωνιστικότητα της ευρωπαϊκής οικονομίας και στη διασφάλιση της κοινωνικής συνοχής.

Πρόκειται σαφώς για αλλαγή κατεύθυνσης στην Ευρώπη, έπειτα από μια μακρά περίοδο μονόπλευρης σχεδόν στήριξης του τομέα των υπηρεσιών κι έχει σημασία, ειδικά στην Ελλάδα, μετά τη δεκαετία μιας πολύ σκληρής κρίσης, να δούμε ποιοι ήταν οι βασικοί λόγοι που οδήγησαν σ’ αυτή τη στροφή.

Βασικός λόγος ήταν οι συνέπειες της Παγκόσμιας χρηματοπιστωτικής κρίσης (του 2008) στην ευρωπαϊκή οικονομία και κοινωνία, μαζί με τη διαπίστωση ότι οι χώρες με ισχυρή βιομηχανία έδειξαν πολύ καλύτερες αντοχές, ανέκαμψαν ταχύτερα και με μικρότερες απώλειες στο εθνικό τους εισόδημα και στην απασχόληση.

Στην Ελλάδα έχουμε την τάση να ξεχνάμε ότι το βάθος και η διάρκεια της κρίσης οφείλονται στο ότι το πρόβλημα δεν ήταν μόνο ο δημοσιονομικός εκτροχιασμός, αλλά ο συνδυασμός του με ένα δυσθεώρητο έλλειμμα στο εμπορικό ισοζύγιο, δηλωτικό και χαρακτηριστικό ενός σαθρού αναπτυξιακού μοντέλου με μια αποδιαρθρωμένη παραγωγική βάση.

Αφετηρία, λοιπόν, για τη στροφή της Ευρώπης προς την επαναβιομηχάνιση ήταν οι συνέπειες της κρίσης του 2008, αλλά σημαντικό ρόλο έπαιξαν κι άλλοι παράγοντες, όπως η εξέλιξη της παγκοσμιοποίησης, η ψηφιακή επανάσταση και η ραγδαία τεχνολογική πρόοδος και, πιο πρόσφατα, οι αβεβαιότητες στο παγκόσμιο εμπόριο με τον πόλεμο των δασμών και τον νεοπροστατευτισμό, αλλά και η επιθετική» διείσδυση της Κίνας στην εσωτερική αγορά και η πρόσβαση που αποκτά σε ευρωπαϊκή τεχνολογία.

Όλα αυτά μαζί εγκυμονούν κινδύνους για την κοινωνική συνοχή στην Ευρώπη, γιατί χωρίς παρεμβάσεις, χωρίς έγκαιρη και σωστή προσαρμογή στις αλλαγές, οι ανισότητες εντός και μεταξύ των χωρών θα διευρυνθούν κι αυτό με τη σειρά του θα εκθρέψει το κύμα αντισυστημισμού, αντιευρωπαϊσμού και νεοεθνικισμού, που κλονίζουν ήδη συθέμελα το ευρωπαϊκό σχέδιο.

Γι’ αυτούς τους λόγους, στο επίκεντρο του ενδιαφέροντος σήμερα βρίσκεται η εκπόνηση μιας ολοκληρωμένης ευρωπαϊκής στρατηγικής για τη βιομηχανία, με βασικές προτεραιότητες την εμβάθυνση της Ενιαίας Αγοράς, την αξιοποίηση των ψηφιακών τεχνολογιών, τη μετάβαση σε μια κυκλική οικονομία χαμηλών -και σε βάθος χρόνου- μηδενικών εκπομπών άνθρακα, τη στήριξη της βιομηχανικής καινοτομίας και τη διεύρυνση της συμμετοχής ευρωπαϊκών επιχειρήσεων σε διεθνείς αλυσίδες αξίας.

«Η ενωνόμαστε ή εξαφανιζόμαστε» ήταν ο χαρακτηριστικός τίτλος του «Μανιφέστου για μια ευρωπαϊκή πολιτική για τη βιομηχανία» που έδωσαν στη δημοσιότητα στις 19 Φεβρουαρίου οι υπουργοί Οικονομίας Γαλλίας – Γερμανίας.
Το ερώτημα και ταυτοχρόνως η πρόκληση για εμάς είναι εάν αυτή τη φορά θα μπορέσουμε να κάνουμε εγκαίρως τις προσαρμογές και τις αλλαγές που χρειάζονται, ώστε να πάψουμε να είμαστε παθητικοί δέκτες και να καταστούμε συν-διαμορφωτές των αποφάσεων που λαμβάνονται στο ευρωπαϊκό επίπεδο.

Η κρίση και κυρίως το υπόβαθρό της, δηλαδή ένα σαθρό αναπτυξιακό μοντέλο, βασισμένο στην κατανάλωση και τον υπερ-δανεισμό, θα έπρεπε να μας έχουν κάνει να συνειδητοποιήσουμε ότι η Ελλάδα έχει δέκα φορές περισσότερο ανάγκη ένα στοχευμένο σχέδιο για την ενίσχυση, τη διεύρυνση και τον εκσυγχρονισμό της παραγωγικής βάσης, για να κατακτήσουμε την ισχυρή και κυρίως διατηρήσιμη ανάπτυξη που τόσο χρειαζόμαστε.

Παρά το γεγονός ότι το μερίδιο της μεταποίησης στο ΑΕΠ είναι το τρίτο χαμηλότερο στην Ευρώπη, η συνολική επίδρασή της στην Οικονομία είναι καθοριστική, καθώς το 1/3 του ΑΕΠ και της απασχόλησης οφείλεται στην άμεση, έμμεση ή προκαλούμενη επίδραση της μεταποίησης, σύμφωνα με μελέτη του ΙΟΒΕ που δημοσιεύτηκε πριν από λίγες μέρες. Παρά τα σωρευμένα προβλήματα δεκαετιών και τα επιπρόσθετα βάρη της κρίσης, η εγχώρια μεταποίηση ανακάμπτει σταθερά τα τελευταία χρόνια, ταχύτερα από το σύνολο της οικονομίας, και πρωταγωνιστεί στην ανάκαμψη των εξαγωγών. Όμως η βελτίωση είναι εύθραυστη και ανεπαρκής σε σχέση με αυτό που η χώρα έχει ανάγκη και οφείλεται πρωτίστως στις προσπάθειες των ίδιων των επιχειρήσεων να παραμείνουν «ζωντανές».

Πα να μπορέσει η εγχώρια μεταποίηση να αναπτύξει και να διευρύνει το δυναμικό της χρειάζεται να αντιμετωπίσουμε με απόλυτη προτεραιότητα παθογένειες που οι άλλες χώρες έχουν λύσει εδώ και χρόνια, όπως η διασφάλιση ανταγωνιστικού και προβλέψιμου κόστους ενέργειας, τα επενδυτικά κίνητρα με αιχμή τις επιταχυνόμενες αποσβέσεις, το δυσβάστακτο μη μισθολογικό κόστος, οι τεράστιες καθυστερήσεις στις αδειοδοτήσεις και στην απονομή δικαιοσύνης και, βεβαίως, ένα εκπαιδευτικό σύστημα Προσαρμοσμένο στις σύγχρονες ανάγκες, με διασύνδεση των επιχειρήσεων με τα πανεπιστήμια και τα ερευνητικά κέντρα…

Μόνον έτσι θα μπορέσουμε να αξιοποιήσου με σωστά το ευρωπαϊκό πλαίσιο και να ενισχύσουμε τη συμμετοχή μας σε διεθνείς αλυσίδες αξίας. Διαφορετικά, η 4η βιομηχανική επανάσταση θα περάσει από μπροστά μας ως τρένο μεγάλης ταχύτητας κι εμείς θα το παρακολουθούμε από τον σταθμό.

 


(*) Η κα Άννυ Ποδηματά είναι Σύμβουλος Ευρωπαϊκών θεμάτων στην “Ελληνική Παραγωγή – Συμβούλιο Βιομηχανιών για την Ανάπτυξη”